Παραφράζοντας ένα γνωστό ρητό, για τις περισσότερες γυναίκες οι άντρες είναι όντα μαζί με τα οποία δεν μπορείς να ζήσεις, αλλά ούτε και χωρίς αυτά.
Ή μήπως όχι;
Δεν υπάρχει καλύτερη περίπτωση εξέτασης του φαινομένου από τον “υπεραστικό έρωτα”.
Ας υποθέσουμε ότι γνωρίζεις κάποιον για τον οποίο στο δευτερόλεπτο κάνεις διπλό σάλτο μορτάλε. Αλλά μετά τρως την μπουγιαμπέσα. Ενώ εσύ π.χ έχεις ως βάση την Αθήνα (και θεωρείς λανθασμένα ότι όλοι το ίδιο κάνουν, άντε να μένουν Κορωπί), αυτός ο αθεόφοβος μένει στην Καβάλα, ή δουλεύει στις Βρυξέλλες ή σπουδάζει στο Πολυτεχνείο Κρήτης ή είναι φαντάρος στο Σουφλί (λέγεται και “Τριεθνές”, βγάλε χάρτη). Τόμπολα. Τι κάνεις σε τέτοια περίπτωση; Αξίζει να το παλέψεις ή κάνεις την καρδιά σου πέτρα και ψάχνεις για κανέναν πιο “γείτονα”;
Στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα...
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το πρώτο πράγμα που πρέπει να διευκρινίσουμε είναι ότι μια “υπεραστική σχέση” δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζεται “σχέση”. Γιατί η σχέση προϋποθέτει κάποιον κοντά, να τον βλέπεις, να τον ακούς, να τον αγγίζεις, να τον αισθάνεσαι. Ας το δούμε καλύτερα με ένα παράδειγμα.
Αν π.χ σε μια κανονική σχέση ξαφνικά ο ένας από τους δύο αποφασίσει να κάνει ένα ταξίδι στην Ανταρκτική, για να σώσει τους αυτοκρατορικούς πιγκουίνους, αυτό από οικολογικής άποψης μπορεί να είναι κορυφαίο, αλλά πού αφήνει το άλλο μισό και την ίδια τη σχέση; Στον αέρα (ή μάλλον στον πάγο!). Για να υπάρξει συνέχεια, θα πρέπει τουλάχιστον να υπάρξει προηγουμένως μια σοβαρή συζήτηση, με αμοιβαία κατανόηση και παραχωρήσεις εκατέρωθεν και με τη θέσπιση κάποιων κανόνων του παιχνιδιού, πριν ο/η οικολόγος βγει στις αρκτικές χιονοθύελλες.
Το ζευγάρι πρέπει να συμφωνήσει στον τρόπο που θα χειριστεί την κατάσταση, που -σημειωτέον- δεν προέκυψε από τύχη ή ανωτέρα βία, αλλά από την τρέλα και τα “θέλω” του ενός από τους δύο. Αν το ένα από τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη είναι πρόθυμο να κάνει κάποιες παραχωρήσεις, προκειμένου να συνεχίσουν, και το άλλο δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του, τότε υπάρχει πρόβλημα. Μοιραία θα εξεταστεί και το ενδεχόμενο να πάψουν να είναι ζευγάρι (για περισσότερες πληροφορίες άκου το τραγούδι Mary's in India της Dido).
Οι επιλογές όπως στις περισσότερες καταστάσεις που αφορούν σχέσεις, δεν είναι (δυστυχώς) άπειρες. Είναι μόνο τρεις:
α) Μένουν πιστοί ο ένας στον άλλο για όσο διάστημα βρίσκονται μακριά.
β) Βγαίνουν και με άλλους και βλέπουν τι θα κάνουν , αν αντέξει η σχέση τους (η πιο “μοντέρνα” επιλογή).
γ) Δίνουν τα χέρια, εύχονται “Καλή τύχη και αντίο” και πάνε στην ευχή του Πανάγαθου και για άλλους.
Πιστό σκυλί ψόφο δεν έχει (ή έχει;)
Αν θεωρήσουμε ότι ασπάζονται την πρώτη περίπτωση και θεωρούν ότι ο “φυσικός” χωρισμός δε θα επηρεάσει καθόλου τη σχέση τους, τότε έχουμε να κάνουμε με αθεράπευτα ρομαντικά άτομα και μπράβο τους (κούνια που τα κούναγε). Συνήθως πρόκειται για πολύ νεαρά και ερωτευμένα πιτσουνάκια, που ανήκουν και στην υποκατηγορία “λόγω σπουδών”, όπου ο ένας από τους δύο πρέπει να φύγει για σπουδές, μεταπτυχιακά ή να μελετήσει τους πιγκουίνους για το διδακτορικό του (σημείωση: η παλιότερη υποκατηγορία “του μετανάστη” ή “λόγω οικονομικής ανωτέρας βίας”, που ενέπνευσε άπειρες ταινίες του Ξανθόπουλου και γενιές γκασταρμπάιτερς στη Γερμανία, θεωρείται λήξασα στη σύγχρονη Ελλάδα).
Αν ο χωρισμός δεν είναι μακροχρόνιος και τα άτομα έχουν αυτό που λέμε ακέραιους χαρακτήρες, μπορεί όλα να πάνε μια χαρά και να υπάρξει το κλασικό happy end. Συνήθως όμως ο ένας από τους δυο κάποια στιγμή ψιλοβαριέται, αρχίζει να ξενοκοιτάει και ενδεχομένως ψωνίζει στο super-market των σχέσεων. Αν δεν προκύψει κάτι συγκλονιστικό και επέλθει το μοιραίο, μπορεί ο “άτακτος” από τους δύο όταν ξαναβρεθούν μαζί να το παίζει άσπιλος, ότι δεν έτρεξε τίποτα και ότι όλα είναι όπως πριν. Όμως, επειδή ο διάολος έχει πολλά ποδάρια, που λένε και οι γιαγιάδες μας, κάτι μπορεί να ξεφύγει -μια λέξη, ένα λάθος αντικείμενο, μια τυχαία συνάντηση, ένα SMS ή ένα τηλέφωνο στη μέση της νύχτας- και θα σκάσει το δράμα. Το οποίο βέβαια θα μπορούσε να αποφευχθεί αν ήταν και οι δύο πιο ρεαλιστές και ειλικρινείς με τον εαυτό τους και με τη σχέση τους και αποφάσιζαν, αφού θα ζούσαν ένα διάστημα χωριστά, να δεχτούν τη μεσαία κουρτίνα (επιλογή “β”), “να βγαίνουν και με άλλους και ό,τι προκύψει”. Οδυνηρό, αλλά πιο ώριμο από τη ρομαντική κουτοπονηριά “Θα είμαστε τελείως αφιερωμένοι ο ένας στον άλλο, τα χιλιόμετρα δε θα μας χωρίσουν” και μετά “Δε φταίω εγώ, είχα μοναξιές... Το φεγγάρι της Σκοτίας... Είχα πιει κάτι παραπάνω...”
Το βασικό δίδαγμα (απεχθές, αλλά αληθινό) είναι ότι συνήθως οι υποσχέσεις που είναι αδύνατον να τηρηθούν λόγω της μικρότητας της ανθρώπινης φύσης δεν πρέπει να δίνονται, γιατί βάζουν πολύ ψηλά τον πήχη. Απ'όπου η πτώση πονάει πάντα, δυστυχώς.
Η μοίρα και η θέληση
Ας εξετάσουμε την απεχθή αλλά ρεαλιστική εκδοχή όπου αποφασίζεται ότι, όσο και οι δυο είναι μακριά (όχι στην ίδια πόλη τουλάχιστον), επιτρέπεται ο πειραματισμός με τρίτα άτομα.
Αν η σχέση βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, αυτό μοιάζει πιο εύκολο, αν και όλα είναι σχετικά (μπορεί ως γνωστόν η σχέση μιας εβδομάδας να έχει περισσότερη “κάψα” από το σούρσιμο τριών χρόνων). Αλλά γενικά είναι πιο εύκολο όταν η σχέση είναι νεαρή να αποφασιστεί ότι το ζευγάρι αφήνει “όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά”, ακόμα κι αυτό του dating με άλλους, μέχρι να ξαναβρεθούν μαζί και να αποφασίσουν οριστικά ότι δεν μπορούν να ζήσουν ο ένας χωρίς τον άλλο (όπως Φραουλόπουλα). Βέβαια, το dating είναι ένας βολικός αγγλισμός που μπορεί να σημαίνει τα πάντα και τίποτα.
Για κάποιον dating μπορεί να είναι “Βγαίνω για κανένα ποτό με συμφοιτήτριες στις κρύες νύχτες της υπερβόρειας Ιταλίας” και για κάποια μπορεί να σημαίνει “Κουτουπώνομαι με όποιον γλεντζέ μπουζοκόβιο μου γυαλίσει στις πονηρές (χίλιες και μια) νύχτες της Αθήνας”, ενόσω το παλικάρι λείπει για δουλειές. Είναι θέμα οπτικής γωνίας, αλλά άπαξ και συμφωνήθηκε αυτή η παράμετρος και δεν προσδιορίστηκαν τα όρια ελευθερίας και ερμηνείας, κανείς δεν έχει δικαίωμα να γκρινιάζει μετά την απομάκρυνση από το ταμείο.
Όπως είπαμε και παραπάνω, οι εκδοχές αντίδρασης σε μια “υπεραστική σχέση” είναι τρεις και καμία παραπάνω. Επίσης καλό είναι να θυμόμαστε ότι “σχέση” σημαίνει “μαζί” και ότι εξ ορισμού κάποιοι που ζουν για οποιουσδήποτε λόγους μακριά (λυπάμαι που το ξαναλέω) δεν έχουν σχέση. Αλλά αυτό δεν απαγορεύει σε κανέναν να το παλέψει όσο μπορεί και όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις και τα νεύρα του.
Ας μην ξεχνάμε το παράδειγμα του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, αν και στη σημερινή εποχή δεν ξέρω πολλές που θα έπλεκαν πουλόβερ όσο ο λεγάμενος αρμένιζε την οικουμένη σφάζοντας Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, υποκύπτοντας όμως τις νύχτες (με βαριά καρδιά, είναι η αλήθεια, για την Ελλάδα, ρε γαμώτο), και ξεκούραζε το αποκαμωμένο και πληγωμένο του κορμί σε μεταξωτά αρωματικά σεντόνια δίπλα σε Κίρκες, Καλυψούδες και λοιπά αλλοδαπά νυμφίδια. (Άσχετο: Ξέρει κανείς τον μελαχρινό γεροδεμένο με τις θεϊκές πλάτες που κάνει τη διαφήμιση του Dolce&Gambana καταμεσής του πελάγους;)
“Πονήρου” Οδύσσεια
Και στο φινάλε, αν δυο άτομα θέλουν να είναι μαζί, θα έπρεπε να έχουν τη γενναιότητα να αποφασίσουν να είναι μαζί ή να φύγουν μαζί. Όλα τα άλλα (μα η δουλειά... τα πτυχία... η περιπέτεια... οι πιγκουίνοι...) είτε αντιμετωπίζονται μαζί σε μια σχέση είτε είναι ταλαιπωρία άνευ ιδιαίτερου λόγου, που μοιραία καταλήγει σε σκηνή Ξανθόπουλου-Μάρθας Βούρτση.
Γιατί, αν όλα αυτά είναι προτεραιότητες πάνω από τη σχέση, τότε η σχέση δεν αξίζει (τουλάχιστον για το ένα από τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη) τόσο πολύ, άρα δεν είναι σχέση.
Κι όπως έχω πει παλαιότερα και στη φίλη μου την Κατρίν, “η απόρριψη είναι καλύτερη από το κλάμα”.
Καληνύχτα κι ευχαριστώ για την έμπνευση.
Για το mixed.gr,
Τζένη Ρεμούνδου
Ετικέτες